Όταν ο σκηνοθέτης Όλιβερ Στόουν έθεσε ερωτήματα στον Βλαντιμίρ Πούτιν σχετικά με τις τεχνολογίες παρακολούθησης των ΗΠΑ, ο Ρώσος πρόεδρος εξήγησε: «Χρειάστηκε να ξεπεράσουμε την υστέρησή μας σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά είχαμε γερές βάσεις». Πράγματι, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Σοβιετική Ένωση ανέπτυξε τα δικά της συστήματα πληροφορικής. Έκτοτε, η Ρωσία καλλιεργεί μια πρωτότυπη μορφή ψηφιακής εθνικής κυριαρχίας. Τους τελευταίους μήνες η Δύση στρέφει θεωρεί υπεύθυνη την Ρωσία για «επιθέσεις» κατά την διάρκεια εκλογικών αναμετρήσεων: στις ΗΠΑ, στο δημοψήφισμα του Brexit, στην Γαλλία.

Τον Μάρτιο του 2017, η ουκρανική κυβέρνηση απαγόρευσε την πρόσβαση σε πολλές ρωσικές ψηφιακές υπηρεσίες, όπως η μηχανή αναζήτησης Yandex και το κοινωνικό δίκτυο VKontakte. Το Κίεβο κατηγορεί αυτές τις ιστοσελίδες, που χρησιμοποιούνται ευρέως στη χώρα, ότι μοιράζονται τα δεδομένα τους με τις υπηρεσίες πληροφοριών του Κρεμλίνου –ιδίως τα δεδομένα στρατιωτών που πολεμούν εναντίον των αυτονομιστών του Ντονμπάς. Το μέτρο, το οποίο στερεί από πολλά εκατομμύρια ανθρώπους την πρόσβαση στις συνήθεις ιστοσελίδες τους, καταδεικνύει τη βούληση των ουκρανικών αρχών να ξεφύγουν από τη σφαίρα ψηφιακής επιρροής που διατηρεί η Μόσχα σε σχεδόν ολόκληρο τον μετασοβιετικό χώρο.

Η Ρωσία είναι πράγματι μία από τις λίγες χώρες που έχουν ένα σχεδόν πλήρες οικοσύστημα από πλατφόρμες και υπηρεσίες ανεξάρτητες από εκείνες της Σίλικον Βάλεϊ, κατασκευασμένες από Ρώσους και διεπόμενες από τη ρωσική νομοθεσία. Ενώ ένα σημαντικό τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού χρησιμοποιεί καθημερινά τις υπηρεσίες των Google, Amazon, Facebook και Apple (GAFA), χωρίς τη δυνατότητα εναλλακτικής πρόσβασης σε αξιόπιστα τοπικά ισοδύναμά τους, οι Ρώσοι και οι γείτονές τους έχουν την επιλογή μεταξύ των γιγάντων της Καλιφόρνιας και του επονομαζόμενου Runet, δηλαδή του ρωσόφωνου τμήματος του Διαδικτύου και των υπηρεσιών που το απαρτίζουν. Το Yandex είναι δύο φορές πιο δημοφιλές από το ανταγωνιστικό του Google, ενώ το VKontakte, αντίστοιχο του Facebook, είναι μακράν ο ιστοχώρος με τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα στη χώρα (1).

Αυτή η μοναδική κατάσταση στον κόσμο –ακόμη και αν συμπεριλάβουμε την περίπτωση της Κίνας– αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα για τη Μόσχα, η θέση της οποίας όσον αφορά τη διαχείριση του Παγκόσμιου Ιστού έχει ενισχυθεί σημαντικά μετά τις αποκαλύψεις του Έντουαρντ Σνόουντεν σχετικά με τις υποκλοπές που πραγματοποιεί η αμερικανική Εθνική Υπηρεσία Ασφαλείας (NSA). Στον κυβερνοχώρο, όπως και αλλού, η ρωσική διπλωματία θεωρεί την εθνική κυριαρχία ως την υπέρτατη αξία στις διεθνείς σχέσεις: εμφανίζεται ως μια δύναμη έτοιμη να κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να περιορίσει τις απόπειρες επεμβάσεων και κατασκοπείας, ειδικά τις αμερικανικές. Διαθέτοντας τις δικές της υποδομές, η Μόσχα είναι σε θέση να υιοθετήσει ισχυρούς νόμους, όπως εκείνον που από το 2015 αναγκάζει τις ξένες ψηφιακές πλατφόρμες να διαφυλάττουν σε ρωσικό έδαφος τα δεδομένα των Ρώσων πολιτών.

Έτσι, το Facebook ή το Twitter οφείλουν πλέον να εγκαθιστούν διακομιστές δικτύου κοντά στη Μόσχα, επισήμως για να ξεφύγουν από τα «μεγάλα αυτιά» της Αμερικής. Και αλίμονο στους παραβάτες: το δημοφιλές επαγγελματικό δίκτυο LinkedIn παραμένει μέχρι σήμερα μη προσβάσιμο στη χώρα, λόγω αποκλεισμού του επειδή δεν σεβάστηκε τη ρωσική νομοθεσία. Το καθεστώς εθνικής εξουσίας στον κυβερνοχώρο έρχεται σε αντίθεση με το καθεστώς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την οποία Γάλλοι βουλευτές περιγράφουν ως «ψηφιακή αποικία» των Ηνωμένων Πολιτειών (2).

Χρησιμοποιούμενες ευρέως στον μετασοβιετικό χώρο, οι υπηρεσίες του Runet παρέχουν στη Ρωσία έναν ισχυρό μοχλό επιρροής στο «εγγύς εξωτερικό», όπως αποκαλούνται από τη Μόσχα οι πρώην δημοκρατίες της ΕΣΣΔ. Όχι μόνο το Κρεμλίνο είναι σε θέση να έχει πρόσβαση στα δεδομένα χρηστών σε πλατφόρμες που έχουν σταδιακά τεθεί υπό τον οικονομικό έλεγχο ολιγαρχών κοντινών προς στην εξουσία, αλλά αυτές οι πλατφόρμες διαθέτουν επίσης ένα σημαντικό ακροατήριο μεταξύ των ρωσόφωνων μειονοτήτων στο εξωτερικό –ειδικότερα στις χώρες της Βαλτικής και στην Ουκρανία.

Πώς μπορούμε όμως να εξηγήσουμε αυτήν την περίπτωση εξαίρεσης στον ψηφιακό τομέα; Ενώ στην Κίνα η ύπαρξη εθνικών πλατφορμών οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε μια στρατηγική ελέγχου των πληροφοριών, το Runet δεν προκύπτει από το μπλοκάρισμα ξένων υπηρεσιών τις οποίες υποκαθιστά ελλείψει εναλλακτικών. Το ρωσικό Διαδίκτυο προέρχεται από μια άγνωστη ιστορία, που άρχισε πολύ πριν από το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης το 1991. Πράγματι, η ΕΣΣΔ υπήρξε η μήτρα των τεχνικών δομών, των κοινωνικών πρακτικών και των οικονομικών μοντέλων που διαμορφώνουν την ιδιαιτερότητα του σύγχρονου Runet και τροφοδοτούν τη ρωσική διάθεση για ηλεκτρονικές υποκλοπές (hacking) και κυβερνοεγκλήματα.

 

Εργαστήρια-φυλακές

Σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση, η σοβιετική εξουσία δεν έθετε πάντα εμπόδια στη δικτύωση ενός μέρους των ψηφιακών δυνατοτήτων της. Προφανώς, η ελεύθερη, ανοιχτή και αποκεντρωμένη υποδομή που αναπτύσσεται στη Δύση από τη δεκαετία του 1970 δεν μπορούσε να ευδοκιμήσει στη χώρα των σαμιζντάτ (εκδόσεις που κυκλοφορούσαν σε καθεστώς παρανομίας). Ενώ πολλοί ακαδημαϊκοί, μηχανικοί και αρχιτέκτονες είχαν το δικαίωμα να ταξιδεύουν στο εξωτερικό για να συναντήσουν τους δυτικούς ομολόγους τους στο πλαίσιο εκπαιδευτικών ταξιδιών, το Σιδηρούν Παραπέτασμα παρέμενε στεγανό για ορισμένους στρατηγικούς τομείς όπως η πληροφορική. Αυτό δεν εμπόδισε τη Ρωσία να γίνει, από πολύ νωρίς, τόπος υλοποίησης φιλόδοξων έργων πληροφορικής, ακόμη και τεχνικών επιτευγμάτων. Η πρώτη ψηφιακή κινούμενη εικόνα της ιστορίας προγραμματίστηκε το 1968 σε έναν σοβιετικό υπολογιστή. Επτά χρόνια αργότερα, οι σοβιετικοί υπολογιστές δεν χρειάζονταν παρά μόνο λίγα λεπτά προκειμένου να καθορίσουν τις τροχιές των σκαφών της κοινής διαστημικής αποστολής Απόλλων-Σογιούζ, τη στιγμή που εκείνοι της NASA χρειάζονταν μισή ώρα. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η ΕΣΣΔ διέθετε ακόμη και τη δική της επέκταση διευθύνσεων Διαδικτύου (.su) και μερικές εκατοντάδες άτομα είχαν το προνόμιο της πρόσβασης στο δίκτυο Unix, πρόγονο του σύγχρονου Ιστού.

 

Η πληροφορική έχει μια ξεχωριστή πορεία ανάπτυξης στη Ρωσία. Εδώ, ο πρωτοποριακός υπολογιστής BESM-6, κατασκευασμένος το 1965 στην ΕΣΣΔ υπό την εποπτεία του Σεργκέι Λεμπέντεφ (φωτ.: European Virtual Computer Museum, Ουκρανία).

 

Η Κιμπερνέτικα (πληροφορική) αναπτύχθηκε σχεδόν αποκλειστικά υπό τη σκιά «ειδικών καθεστώτων» –εκείνες τις διοικητικές δομές, ή ακόμη και εκείνες τις περιφέρειες, στις οποίες, λόγω της στρατηγικής τους λειτουργίας, είχαν εκχωρηθεί διάφορα προνόμια. Την εποχή του Ιωσήφ Στάλιν, ενώ ο σοβιετικός Τύπος χλεύαζε την επιστήμη της πληροφορικής που γεννιόταν στη Δύση αποκαλώντας την «αστική ψευδοεπιστήμη», ήδη ολόκληρα εργαστήρια αφιερώνονταν, με τη μεγαλύτερη μυστικότητα, στην ανάπτυξη των πρώτων υπολογιστών εθνικής κατασκευής. Πίσω από τα συρματοπλέγματα εργαστηρίων-φυλακών, ομάδες μηχανικών, κυρίως πολιτικοί κρατούμενοι, είχαν ως αντικείμενο απασχόλησης την ανάπτυξη μηχανημάτων όπως η συσκευή που αναφέρεται εκτενώς στον Πρώτο Κύκλο του Αλεξάντρ Σολζενίτσιν (3), της οποίας αποστολή ήταν να παρακολουθεί αυτόματα το εθνικό τηλεφωνικό δίκτυο.

Μετά τον θάνατο του Στάλιν τον Μάρτιο του 1953 και την καταδίκη των «υπερβολών» του από το 21ο Συνέδριο τρία χρόνια αργότερα, η επιστήμη της πληροφορικής περνάει χρυσές ημέρες. Η σταδιακή αντικατάσταση των παλαιών στελεχών της Ακαδημίας Επιστημών από νεότερα και πιο «φιλελεύθερα» μετατρέπει την Κιμπερνέτικα από αστική φαντασίωση σε πλεονέκτημα που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στον τεχνολογικό ανταγωνισμό με τη Δύση. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, οι πρώτοι σοβιετικοί υπολογιστές μαζικής παραγωγής ανταποκρίνονται στις ανάγκες τομέων όπως η αεροδιαστημική και η πυρηνική επιστήμη, οι οποίες απαιτούν συνεχώς αυξανόμενες υπολογιστικές δυνάμεις. Σχεδιασμένες από τον πρωτοπόρο της πληροφορικής Σεργκέι Λεμπέντεφ, αυτές οι «ταχείες μηχανές ηλεκτρονικής επεξεργασίας» (BESM) γνωρίζουν πραγματική επιτυχία.

Στη συνέχεια, η άνοδος του Λέονιντ Μπρέζνιεφ στην εξουσία το 1964 και η αναβίωση του «σταλινικού» λόγου στην πληροφορική επιβάλλουν ξανά μια παύση στην ψηφιακή έρευνα. Οι αρχές λαμβάνουν τότε μια καίρια απόφαση με πολλαπλές συνέπειες, όχι μόνο για την πληροφορική αλλά και για την οικονομία στο σύνολό της: να δοθεί έμφαση στην κλοπή δυτικών τεχνολογιών και όχι στην ανάπτυξη υπολογιστών στα εργαστήρια της χώρας (4).

Σταδιακά, οι BESM αντικαθίστανται από νέα μοντέλα, αναπτυγμένα με βάση τον IBM 360. Αυτοί οι κλώνοι αμερικανικών υπολογιστών διαθέτουν το πλεονέκτημα ότι είναι πλήρως συμβατοί μεταξύ τους, αν και δεν είναι διόλου δημοφιλείς μεταξύ των σοβιετικών επιστημόνων της πληροφορικής. Η δικτύωσή τους αποδεικνύεται αρκετά εύκολη και κατά τη δεκαετία του 1970 η πρακτική γενικεύεται στα σοβιετικά εργαστήρια και στις βιομηχανίες.

Τα δίκτυα αυτά δεν είχαν καμία σχέση με το πρόγραμμα που ανέπτυσσαν ταυτόχρονα οι Αμερικανοί, το επονομαζόμενο Arpanet, που θεωρείται ο πρόδρομος του Διαδικτύου. Χρησιμοποιούνταν μάλλον ως αυτοματοποιημένες υποδομές για την ανταλλαγή δεδομένων, που επέτρεπαν τον έλεγχο γραμμών παραγωγής και τη συλλογή δεδομένων από όργανα εργαστηρίου. Αν εξαιρέσουμε το (ματαιωθέν) πρόγραμμα «αυτόματου κρατικού συστήματος μετάδοσης πληροφοριών», που κατά τη δεκαετία του 1960 στόχευε στη δημιουργία ενός επιστημονικού δικτύου ανταλλαγής ανάλογου με το Arpanet, θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι το 1983 για να δούμε τον πρώτο σοβιετικό πολίτη να συνδέεται, σχεδόν χωρίς να το καταλάβει, με το παγκόσμιο δίκτυο που ακόμη δεν ονομαζόταν καν Ίντερνετ.

Αυτός ο πρωτοπόρος, ένας 35χρονος βιολόγος, ονομαζόταν Ανατόλι Κλιόσοφ. Το 1983, όταν οξύνεται η ένταση Ανατολής-Δύσης για το ζήτημα των ευρωπυραύλων, μια άνωθεν εντολή προς την Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ ζητά να βρεθεί ένας ερευνητής που θα μπορεί να συμμετέχει σε τηλεδιάσκεψη μέσω υπολογιστή. Η πρακτική αυτή, ήδη διαδεδομένη σε ορισμένους επιστημονικούς κύκλους της Δύσης, είναι πρωτάκουστη για την ΕΣΣΔ. Η αρμοδιότητα ανατίθεται στον Κλιόσοφ, καθώς ήταν εξοικειωμένος με τη επεξεργασία υπολογιστικών δεδομένων μετά από μια πρόσφατη επίσκεψή του στις ΗΠΑ. Μεταφέρεται στις εγκαταστάσεις υψίστης ασφαλείας του Ινστιτούτου Ερευνών Πληροφορικής της ΕΣΣΔ (VNIIPAS), όπου βρίσκεται ένα από τα ελάχιστα διαθέσιμα μόντεμ στη Σοβιετική Ένωση. Ο διευθυντής του VNIIPAS, αντιλαμβανόμενος πως ήταν προς όφελός του να έχει υπό τον έλεγχό του κάποιον που ξέρει να χειρίζεται το μηχάνημα, εξουσιοδοτεί την επ’ αόριστον πρόσβαση του Κλιόσοφ σε αυτό. Κατά τη διάρκεια των συναντήσεων μέσω τηλεδιάσκεψης, ο βιολόγος έρχεται σε επαφή με πολλούς από τους πρώιμους χρήστες του Διαδικτύου, που μένουν άναυδοι από την παρουσία ενός Σοβιετικού στο δίκτυο.

 

Talk.politics.soviet

Πίσω από τις πύλες ασφαλείας και τα τάγματα ειδικών δυνάμεων που τον ελέγχουν ανά πάσα στιγμή, ο Κλιόσοφ συνομιλεί εντελώς ελεύθερα με τους Δυτικούς. Ενημερωμένος για γεγονότα που ο σοβιετικός Τύπος αποσιωπά, καταφέρνει να δημοσιεύσει άρθρα σε αμερικανικά περιοδικά, επικοινωνώντας μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και παρακάμπτοντας την υπηρεσία λογοκρισίας Glavlit, από όπου περνούσαν υποχρεωτικά όλοι οι ερευνητές. Η ιστορική ειρωνεία είναι ότι την ίδια στιγμή που ο φυσικός και ακτιβιστής υπέρ των πολιτικών ελευθεριών Αντρέι Ζαχάροφ ζει εκτοπισμένος στο Γκόρκι και κάποιοι παίρνουν το ρίσκο να περάσουν στη Δύση χειρόγραφα αντιφρονούντων, ο Κλιόσοφ, χωρίς να το συνειδητοποιεί, σκάβει μια ψηφιακή σήραγγα κάτω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα. Οι υπηρεσίες ασφαλείας ποτέ δεν θα αντιληφθούν τις ενέργειές του. Θα θέσει τέλος στη δράση του το 1987, καθώς δύο χρόνια νωρίτερα είχε ξεκινήσει η περεστρόικα (αναδιάρθρωση του συστήματος) και η γκλάσνοστ (διαφάνεια), και το πρώτο ελεύθερο και ανοικτό δίκτυο της Σοβιετικής Ένωσης, ο πρόδρομος του Runet, βρισκόταν στα πρώτα βήματά του.

Η περιπέτεια του σοβιετικού τμήματος του Ιστού, όπως πολλές άλλες αντίστοιχες ψηφιακές περιπέτειες, αρχίζει υπό τη σκιά της κρατικής μυστικότητας και ενός ειδικού καθεστώτος. Το πρώτο δίκτυο που επέτρεψε τη σύνδεση της ΕΣΣΔ με τον υπόλοιπο κόσμο, με την ονομασία Demos, βλέπει το φως της ημέρας το 1989 στο Ινστιτούτο Πυρηνικών Ερευνών Κουρτσάτοφ (KIAE) της Μόσχας, ένα πολύ καλά φυλασσόμενο φρούριο που στέγαζε ένα σημαντικό μέρος των ατομικών ερευνών της χώρας. Αρχικά σχεδιασμένο ως εσωτερικό δίκτυο του Ινστιτούτου, το Demos επεκτείνεται έξω από τους καλά φυλασσόμενους τοίχους του ΚΙΑΕ, δημιουργώντας συνδέσεις με το Νοβοσιμπίρσκ της Σιβηρίας, την Ντούμπνα και το Σέρπουκοφ –τρία κέντρα ερευνών πάνω στα πυρηνικά και την Κυβερνητική. Στη συνέχεια, το δίκτυο Demos επωφελείται από την περεστρόικα και από έναν νόμο του 1987 που επιτρέπει τη δημιουργία μικρών ιδιωτικών επιχειρήσεων. Ένα τμήμα της ομάδας Demos επιλέγει τότε να φύγει από το Ινστιτούτο προκειμένου να ιδρύσει τον πρώτο –και μοναδικό– πάροχο υπηρεσιών Διαδικτύου (ISP) στη Σοβιετική Ένωση. Με την ονομασία Relkom (από το reliable communication, δηλαδή «αξιόπιστη επικοινωνία»), η υπηρεσία γνωρίζει μια κάποια επιτυχία: τον Σεπτέμβριο του 1990, αποκτά τη διαχείριση της επέκτασης διευθύνσεων Διαδικτύου της ΕΣΣΔ (.su) και, στο τέλος του 1991, μετράει ήδη περισσότερους από οκτακόσιους πελάτες σε ολόκληρη τη χώρα.

Σε σύγκριση με τα έξι εκατομμύρια χρήστες του γαλλικού δικτύου Minitel την ίδια περίοδο, ο αριθμός αυτός μπορεί να φαίνεται ασήμαντος. Ωστόσο, δεδομένων των τεχνικών περιορισμών που βάρυναν τότε την πληροφορική στην ΕΣΣΔ, για να μην αναφέρουμε και την οικονομική κατάσταση της χώρας, είναι ήδη πολλοί. Το Relkom λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό «χειροτεχνικά»: οι συνδρομητές αποκτούν πρόσβαση σε περιεχόμενο εκτός της ΕΣΣΔ αποκλειστικά μέσω της σύνδεσης με έναν μονάχα υπολογιστή, ο οποίος με τη σειρά του συνδέεται με ένα μονάχα μόντεμ. Αυτό το μηχάνημα, με την ονομασία Kremvax (5), συνδέεται με έναν διακομιστή του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι μέσω της προσωπικής τηλεφωνικής γραμμής του ιδρυτή του Demos, Αλεξέι Σολντάτοφ. Ο Σολντάτοφ στην πραγματικότητα έχει αποκτήσει ένα προνόμιο εκ μέρους της διεύθυνσης του Ινστιτούτου Κουρτσάτοφ: διαθέτει αυτόματη διεθνή γραμμή (που δεν περνά δηλαδή από τηλεφωνικό κέντρο με χειριστή), στην οποία μπορεί να συνδέσει το σύστημά του, που από κάποιους αποκαλούνταν ειρωνικά «παράθυρο στην Ευρώπη», μια αναφορά στην έκφραση που είχε χρησιμοποιήσει ο Μέγας Πέτρος για την Αγία Πετρούπολη.

Η συσκευή ήταν αδιανόητα αργή για τα σημερινά δεδομένα: όλοι οι χρήστες του Relkom συνδέονταν με τον εξωτερικό κόσμο μέσω ενός μόνο υπολογιστή συνδεδεμένου με ένα μόντεμ ταχύτητας 9600 bits/δευτερόλεπτο (9,6 K) –δηλαδή πενήντα έξι φορές πιο αργού από την πιο υποτυπώδη σύγχρονη σύνδεση ADSL (512 K). Ωστόσο, παρά (ή εξαιτίας) αυτών των πολύ ακατέργαστων ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, το Relkom επέτρεψε την εμφάνιση της πρώτης ιντερνετικής κοινότητας στη χώρα.

Εκείνη την εποχή, η τιμή ενός προσωπικού υπολογιστή μπορούσε να είναι έως και δώδεκα φορές μεγαλύτερη του μέσου μισθού (6). Επίσης, η αρχική κοινότητα του ρωσόφωνου Ιστού αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από νέους μηχανικούς που είχαν πρόσβαση στο δίκτυο μέσα από τον χώρο εργασίας τους –συχνά ερευνητικά ινστιτούτα ή εργαστήρια των οποίων το στρατηγικό ενδιαφέρον δικαιολογούσε την εγκατάσταση ενός δικτυωμένου τερματικού. Έτσι, κατά παράδοξο τρόπο, μέσα σε θύλακες ελεγχόμενους από τις υπηρεσίες ασφαλείας, η μικρή ομάδα πληροφορικάριων συνομιλεί εντελώς ελεύθερα σε φόρουμ με διευθύνσεις με υποβλητικά ονόματα: talk.politics.soviet, soc.culture.soviet… Οι χρήστες του Relkom συμμετέχουν, σε πραγματικό χρόνο, σε παθιασμένες συζητήσεις σχετικά με την αποσύνθεση της Σοβιετικής Ένωσης. Οι απόψεις που αντάλλαξαν τότε βρίσκονται ακόμη και σήμερα σε μια κρυφή γωνιά του δικτύου Usenet, ενός πρωτοκόλλου που έχει πέσει σε αχρησία και θεωρείται πλέον μέρος του Βαθέως Ιστού («Deep Web»).

Η μικρή κοινότητα του Relkom δεν περιορίζεται μόνο να συζητά τα γεγονότα: συμμετέχει ενεργά σε αυτά κατά τη διάρκεια του αποτυχημένου πραξικοπήματος του Αυγούστου του 1991, όταν ορθόδοξοι κομμουνιστές, πολιτικοί και στρατιωτικοί, προσπαθούν να καταλάβουν την εξουσία και να θέσουν τέλος στην μεταρρυθμίσεις του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Οι πραξικοπηματίες παρουσιάζουν τον γενικό γραμματέα, που βρίσκεται σε ταξίδι στην Κριμαία, ως άρρωστο και τον θέτουν σε κατ’ οίκον περιορισμό. Όσο για τον Μπόρις Γιέλτσιν, πρόεδρο εκείνη την εποχή της Σοβιετικής Δημοκρατίας της Ρωσίας, κλείνεται στον «Λευκό Οίκο», όπου βρίσκεται η έδρα της Άνω Βουλής της Ρωσίας. Με την υποστήριξη ενός τμήματος της ΚαΓκεΜπε, οι πραξικοπηματίες φιμώνουν την πληροφόρηση προκειμένου να καθυστερήσουν τις αντιδράσεις της δυτικής κοινής γνώμης και του σοβιετικού πληθυσμού. Κόβουν τις διεθνείς τηλεφωνικές γραμμές και αντικαθιστούν τις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές με όπερες που παίζονται ξανά και ξανά, διακοπτόμενες μόνο από λακωνικά ανακοινωθέντα εκ μέρους των πρωτεργατών του πραξικοπήματος. Ωστόσο, οι πράκτορες της ΚαΓκεΜπε έχουν ξεχάσει να κόψουν την αυτόματη γραμμή του Σολντάτοφ –αναμφίβολα επειδή δεν φαντάζονταν ότι μια γραμμή προσβάσιμη μέσω του Ινστιτούτου Πυρηνικών Ερευνών θα μπορούσε να μεταβιβάσει ανατρεπτικές πληροφορίες.

Από εκείνη τη στιγμή, το Relkom γίνεται ένα από τα ελάχιστα κανάλια συζήτησης και ενημέρωσης σε πραγματικό χρόνο σχετικά με την κατάσταση. Δημοσιογράφοι και ακαδημαϊκοί από τη Δύση, ανήσυχοι για την κατάσταση στη Μόσχα, σπεύδουν να μπουν σε σοβιετικά φόρουμ. Οι χρήστες τούς διηγούνται όσα βλέπουν από το παράθυρό τους ή ακόμη μεταδίδουν στο εξωτερικό και τις επαρχίες τις ανακοινώσεις που συντάσσει ο Γιέλτσιν, περικυκλωμένος από ειδικές δυνάμεις έτοιμες να εισβάλλουν στο κτίριο. Έτσι, κατά τη διάρκεια των τριών ημερών του πραξικοπήματος, το υπερφορτωμένο δίκτυο γίνεται το πεδίο της πρώτης ψηφιακής εξέγερσης στην ιστορία. Οι σοβιετικοί χρήστες του Relkom γνωρίζουν τους κινδύνους που διατρέχουν: «Μεταδίδουμε τόσες πληροφορίες που αρκούν για να μας στείλουν στη φυλακή για το υπόλοιπο της ζωής μας», γράφει ένας από αυτούς σε έναν δυτικό δημοσιογράφο (7).

Η εμπειρία του Relkom καθόρισε πολλές μελλοντικές εξελίξεις, ιδίως την οργάνωση της υποδομής του Runet. Εγκατεστημένη στα προάστια της Μόσχας, σε ένα κτίριο του Ινστιτούτου Πυρηνικών Ερευνών γνωστό με την ονομασία M9, η συσκευή Kremvax, που επέτρεπε στους χρήστες να συνδεθούν με ξένους διακομιστές δικτύου, αρχικά περιοριζόταν στον περίφημο υπολογιστή και το μόντεμ του, με τα δύο μηχανήματα τοποθετημένα σε μια απόμερη γωνιά του κτιρίου. Μετά το τέλος της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς ο αριθμός των χρηστών αυξάνεται, ο εξοπλισμός επεκτείνεται. Οι διακομιστές γεμίζουν σύντομα όλο το δωμάτιο όπου βρίσκεται το Kremvax, αργότερα όλον τον όροφο και τέλος ολόκληρο το κτίριο. Σήμερα, το M9 αποτελεί το νευραλγικό κέντρο του ρωσόφωνου Ιστού: σχεδόν όλες οι συνδέσεις από τη Ρωσία ή την Κεντρική Ασία διέρχονται από αυτό το κτίριο υψίστης ασφαλείας.

Το Relkom επέτρεψε επίσης την εμφάνιση της πρώτης γενιάς διαδικτυακών επιχειρηματιών. Ο μελλοντικός ιδρυτής και επικεφαλής του Yandex, Αρκάδι Βολόζ, ανακαλύπτει το δίκτυο τον Αύγουστο του 1991, όταν, αγωνιώντας να μάθει νέα από τους συγγενείς του, ψάχνει πώς θα παρακάμψει τη φίμωση της πληροφόρησης. Τότε χρησιμοποιεί για πρώτη φορά το σύστημα επικοινωνίας μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, πάνω στο οποίο θα χτίσει την αυτοκρατορία του.

Το 1993, καθώς ο όγκος των πληροφοριών που διέρχονται από το Διαδίκτυο αρχίζει να αυξάνεται, ο Βολόζ δημιουργεί το Yandex (από το yet another index, «ακόμη ένα ευρετήριο»). Αυτή η υπηρεσία εύρεσης περιεχομένου γίνεται δημοφιλής, σε βάρος των λύσεων που προέρχονται από τη Δύση, οι οποίες δεν καταφέρνουν να επιβληθούν στην εγχώρια αγορά. Η Δύση γνωρίζει εκείνη την εποχή την πρώτη επανάσταση του Διαδικτύου: μηχανές αναζήτησης όπως η Lycos ή το Yahoo κυριεύουν τον Παγκόσμιο Ιστό, δυσκολεύονται όμως να εδραιωθούν στη Ρωσία.

Οι λόγοι που εξηγούν την εξέλιξη αυτή είναι αρκετοί. Ο μετασοβιετικός χώρος, και ειδικότερα η Ρωσία, διατηρούσε το στίγμα δεκαετιών απομόνωσης και ελέγχου των πληροφοριών. Η καλωδιακή υποδομή που τον συνέδεε με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ παρέμενε ανεπαρκής και κακής ποιότητας, κάτι που περιόριζε την ανάπτυξη των φιλοξενούμενων στη Δύση υπηρεσιών. Συνεπώς, σε πολλούς τομείς, οι Ρώσοι αναγκάστηκαν να αναπτύξουν τις δικές τους υπηρεσίες. Έτσι προκύπτει και η δημιουργία του Yandex, αλλά και πολλών άλλων λιγότερο γνωστών ιστοχώρων.

Στη δεκαετία του 1990, οι αδυναμίες της ψηφιακής υποδομής προέρχονται επιπλέον από την απροθυμία ξένων επενδυτών να εγκατασταθούν στη Ρωσία. Το νομικό σύστημα της χώρας συνεχίζει να είναι αναξιόπιστο, η οικονομία της ασταθής. Οι γίγαντες της Σίλικον Βάλεϊ γυρίζουν την πλάτη τους στη χώρα και έτσι αφήνουν το πεδίο ελεύθερο στις τοπικές πρωτοβουλίες. Επίσης, η αγορά της διαδικτυακής πρόσβασης αρχικά διαμοιράζεται μεταξύ ορισμένων εθνικών τηλεπικοινωνιακών γιγάντων και μιας ατέλειωτης σειράς περιφερειακών δομών, και μάλιστα δημοτικών. Ακόμη και σήμερα, υπάρχουν περισσότεροι από δεκατρείς χιλιάδες πάροχοι υπηρεσιών Ίντερνετ, τη στιγμή που στη Γαλλία περιορίζονται σε μια δεκάδα: πολλές πόλεις διαθέτουν όχι μόνο τις δικές τους τοπικές εταιρείες, αλλά και δημοτικά ενδοδίκτυα (intranet), με ιστοσελίδες και περιεχόμενο που διατίθενται αποκλειστικά εντός των οικισμών.

Παρά την κρίση και την παλαιότητα των υποδομών της, η Ρωσία δεν έχασε την έκρηξη του Διαδικτύου που συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Εντούτοις, αυτή έλαβε χώρα στο περιθώριο του παγκοσμιοποιημένου Ιστού, κάτι που επέτεινε ορισμένες εθνικές ιδιαιτερότητες όσον αφορά τις δικτυακές πρακτικές. Έτσι, η δηλητηριώδης φήμη των Ρώσων στον κόσμο των διαδικτυακών παιχνιδιών χρονολογείται από εκείνη την εποχή: αναγκασμένοι να παίζουν στους δικούς τους διακομιστές λόγω ευρυζωνικών περιορισμών, οι Ρώσοι ανέπτυξαν συγκεκριμένους κώδικες συμπεριφοράς και έκφρασης που τους διαφοροποιούν ακόμη και σήμερα από τους άλλους παίκτες.

Σε αυτήν την υπόθεση, παίζει ρόλο και η επιστημονική κουλτούρα. Καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, η κυριαρχία του σοβιετικού στρατιωτικού-βιομηχανικού συμπλέγματος –σε αριθμό εργαζομένων, μηχανικών και στελεχών– και η ενίσχυση της τεχνικής κατάρτισης προετοίμασαν ένα σημαντικό μέρος του πληθυσμού για τη γρήγορη αφομοίωση της πληροφορικής. Κατά τη σοβιετική εποχή, τα επαρχιακά τεχνικά ινστιτούτα που παρείχαν σύντομα προγράμματα κατάρτισης απολάμβαναν μεγάλη δημοτικότητα και έτσι πολλοί πολίτες διέθεταν τα απαραίτητα προσόντα για τη χρήση σύνθετων λειτουργικών συστημάτων.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1990, η ρωσική κοινωνία, ως σύνολο καλύτερα εκπαιδευμένη στον πληροφορική από όσο οι πληθυσμοί της Δύσης, γνωρίζει μια μαζική ανασφάλεια που θα αποτελέσει γόνιμο έδαφος για μια άλλη εθνική ψηφιακή ειδικότητα: το κυβερνοέγκλημα. Για πολλούς ερασιτέχνες ή επαγγελματίες πληροφορικάριους που αρνούνται να μεταναστεύσουν στην Ευρώπη ή στις ΗΠΑ προκειμένου να εξασφαλίσουν αξιοπρεπή εισοδήματα, η ηλεκτρονική υποκλοπή τραπεζικών καρτών αποτελεί ένα σχεδόν ακαταμάχητο μέσο πλουτισμού. Γύρω από αυτές τις δραστηριότητες οργανώνονται και αναπτύσσονται διάφορες μαφίες. Το 60% των κυβερνοεγκλημάτων που διαπράχθηκαν παγκοσμίως στις αρχές της δεκαετίας του 2000 αποδόθηκαν στο Russian Business Network («Ρωσικό Επιχειρηματικό Δίκτυο», διαδικτυακή εγκληματική οργάνωση που λειτουργεί ως πάροχος διαδικτυακής πρόσβασης) (8). Επίσης, πολλοί από τους χάκερ που εμπλέκονται σε κυβερνοεπιθέσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες (ιδίως σε εκείνη κατά της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών το 2016) και στην Ευρώπη ενδεχομένως να προέρχονται από αυτούς τους κύκλους.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, το Runet εισέρχεται σε μια νέα φάση. Τα έσοδα από τους ενεργειακούς πόρους δημιουργούν ένα ευνοϊκό περιβάλλον για επενδύσεις και εγκαινιάζουν μια μακρά περίοδο ανάπτυξης. Η χώρα εισέρχεται ισότιμα στη δεύτερη διαδικτυακή επανάσταση (ή Web 2.0), που χαρακτηρίζεται από την έκρηξη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και την ανάδυση των αλγοριθμικών μηχανών αναζήτησης όπως η Google. Το πρόβλημα της έλλειψης καλωδίων σύνδεσης της Ρωσίας με τον υπόλοιπο κόσμο ρυθμίζεται οριστικά το 2005, με την εγκαινίαση ενός κεντρικού κορμού οπτικών ινών ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη του ρωσικού Διαδικτύου. Αυτό το καλώδιο, γνωστό ως TEA (Trans-Europe-Asia), συνδέει το Λονδίνο με το Χονγκ Κονγκ ακολουθώντας τη διαδρομή του Υπερσιβηρικού Σιδηρόδρομου και στη συνέχεια του Υπερμαντζουριακού. Έτσι, η Ρωσία μετατρέπεται από ψηφιακή περιφέρεια σε κεντρικό εξάρτημα του μηχανισμού ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ Ευρώπης και Ασίας.

Ωστόσο, ο ανταγωνισμός από τη Δύση δεν έχει επικρατήσει απέναντι στις εγχώριες υπηρεσίες που δημιουργήθηκαν κατά τη δεκαετία του 1990 και στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Μάλλον το αντίθετο έχει συμβεί. Η παγκόσμια ανάπτυξη του Facebook συμβαδίζει με την ανάπτυξη του VKontakte. Και η Yandex ακόμη διατηρεί στη Ρωσία μεγάλο προβάδισμα έναντι της Google: ενώ οι αλγόριθμοι της μηχανής αναζήτησης του Βολόζ σχεδιάστηκαν εξαρχής πάνω στη ρωσική γλώσσα, οι αλγόριθμοι του αμερικανικού γίγαντα για μεγάλο χρονικό διάστημα δεν μπορούσαν να διακρίνουν τις διαφορετικές πτώσεις των ρωσικών…

Μετά από μια περίοδο ανοίγματος και έντονης συνεργασίας με τις δυτικές εταιρείες υπό την προεδρία του Ντιμίτρι Μεντβέντεφ (2008-2012), η χώρα γνώρισε μια ένταση στις σχέσεις της με τη Δύση. Οι ιδιαιτερότητες του Runet έκτοτε έγιναν εργαλείο στην υπηρεσία της διεθνούς πολιτικής του Κρεμλίνου, το οποίο έχει μετατρέψει τον ψηφιακό χώρο σε τόπο προβολής των φιλοδοξιών του για περισσότερη διεθνή ισχύ. Και σε αυτό το πεδίο, η Ρωσία δεν στερείται συγκριτικών πλεονεκτημάτων.

Λέκτορας στο Γαλλικό Ινστιτούτο Γεωπολιτικής, στο Πανεπιστήμιο Paris-VIII.