Οι συζητήσεις των για μια «Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων» ενδέχεται να φέρουν το οριστικό τέλος για την ΟΝΕ αλλά και για την ΕΕ στο σύνολό της. Το γεγονός ότι συζητείται «επισήμως» ή σε παρασυναγωγές μεγάλων κυρίως κρατών είναι ισχυρή ένδειξη ότι κάτι δεν πάει  καλά στο Βασίλειο της Δανιμαρκίας

Είναι πολιτικά επικίνδυνο εάν άτομα που κατέχουν θέσεις ευθύνης αλλά και οι πολίτες δεν γνωρίζουν ότι κάτω από τις ιδεαλιστικές διακηρύξεις το εγχείρημα της ΕΕ ήταν και συνεχίζει να είναι εξαιρετικά εύθραυστο και αμφίπλευρα κινούμενο. Ουσιαστικά μονίμως σχοινοβατούσε πάνω στην κόψη του ξυραφιού. Το γεγονός ότι με σπασμωδικές κινήσεις κράτη-άσπονδοι φίλοι κινούνται προς ουσιαστική διάσπαση του εγχειρήματος υποδηλώνει το πόσο ανησυχητικές είναι οι υποβόσκουσες αντιθέσεις και τα ανυπέρβλητα προβλήματα.

Με τις σεισμικές πλάκες σε έντονη διέγερση λόγω νέων Αμερικανικών στρατηγικών προσανατολισμών, θανατηφόρων πληγμάτων λόγω ΟΝΕ κατά πολλών κρατών μελών, προσφυγικού προβλήματος, αστάθειας στις εγγύς περιφέρειες και μεγάλων στρατηγικών ανακατατάξεων στο πλανητικό επίπεδο, οι παρασυναγωγές μερικών μεγάλων κρατών για να στηθούν πολλές ταχύτητες και ιεραρχήσεις ισχύος θυμίζει α) την ρήση «τα παιδία παίζει» και β) το γεγονός που από καιρό πολλοί επισημάνουν για το έλλειμμα στρατηγικής σκέψης στην Ευρώπη. Αντί τουλάχιστον έστω και καθυστερημένα – έπρεπε να γίνει αρχές του 1990 – να γίνει μια μεγάλη Διάσκεψη για να συζητηθούν εις βάθος τα μεγάλα στρατηγικά και πολιτικοοικονομικά ζητήματα της μεταψυχροπολεμικής εποχής ηγέτες ολοφάνερα πολύ μικρού πολιτικού αναστήματος ροκανίζουν τα κλαριά πάνω στα οποία επισφαλώς κάθονται, αυτοί και τα κράτη τους.

Για την Ελλάδα αυτές οι εξελίξεις είναι εξαιρετικά μεγάλης σημασίας, ιδιαίτερα εάν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι χωρίς να υπάρχει ο παραμικρός λόγος –μερικά οικονομικά μέτρα πριν την κρίση ή μόλις διαφάνηκε το 2009-10 θα οδηγούσαν σε πολιτικοοικονομικό ορθολογισμό– εγχώριες ανίκανες «ηγεσίες» οδήγησαν την χώρα στην άβυσσο ανυπέρβλητων οικονομικών προβλημάτων. Αυτή η πολιτικοοικονομική καταβύθιση της Ελλάδας ενδέχεται να οδηγήσει σε μεγάλα αδιέξοδα και μεγάλους κινδύνους εάν όπως φαίνεται η διαδικασία ολοκλήρωσης οδηγηθεί σε κατακερματισμό, αναίρεση των νομιμοποιητικών της θεμελίων και ενίσχυση των ήδη πανίσχυρων φυγόκεντρων τάσεων.

Για να καταλάβουμε το πόσο σημαντικές είναι οι εξελίξεις απαιτείται να γίνει κατανοητό τι είναι αυτό που οι πολιτικές ηγεσίες της Ελλάδας και πολλοί επιστημονικοί φορείς δεν γνώριζαν. Ότι δηλαδή η ΕΕ δεν ήταν ένα ανθόσπαρτο πεδίο. Ήταν πάντα επισφαλές εγχείρημα και μετά το 1990 κινείται μέσα σε στρατηγικό και πολιτικό ναρκοπέδιο. Λόγω πολλών παθημάτων μιας χώρας, της Ελλάδας, που καθόταν πάνω σε ένα βουνό ψευδαισθήσεων και αφελών διεθνιστικών δογμάτων, κανείς θα ανέμενε πως πολιτικοί και επιστημονικοί φορείς αλλά και οι πολίτες θα φρόντιζαν να μάθουν το Α, Β, Γ … Ω κάποιων πραγμάτων. Να το κάνουμε σαφές: Πολλές συμφορές που μας πλήττουν  οφείλονται σε μεγάλο έλλειμμα στοιχειώδους γνώσης. Άγνοιας του Αλφαβηταρίού της διεθνούς και ευρωπαϊκής πολιτικής.

Ένα περιβάλλον το οποίο είναι πλημμυρισμένο με διεθνισμούς και παγκοσμιόπληκτα ιδεολογήματα και θεωρήματα, δεν προσφέρεται για σοβαρή σκέψη, για διάβασμα που προσφέρει αληθινή γνώση και για υιοθέτηση υπεύθυνων και ορθολογιστικών στάσεων, θέσεων και αποφάσεων. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον το κράτος και η φιλοπατρία δεν μπορούν να είναι θέσφατα η δε κρατική ισχύς δεν θεωρείται προϋπόθεση ευημερίας, ασφάλειας και επιβίωσης. Στουρνάρια και κράχτες ιδεολογημάτων και θεωρημάτων, για να αναφερθεί ένα παράδειγμα, δεν θα μπορούσαν να δουν ότι η άκαιρη και άσκοπη ένταξη στην ΟΝΕ πριν γίνουμε ανταγωνιστικοί θα ήταν θανατηφόρα. Εάν δεν μάθουμε, έστω και την ύστατη στιγμή, να σκεπτόμαστε και να λειτουργούμε πολιτικοοικονομικά και στρατηγικά ορθολογιστικά το μέλλον είναι δυσοίωνο.

Για να σταθούμε λίγο ακόμη στην Ελλάδα, μετά από πολλά παθήματα απαιτείται εν τέλει να γίνει κατανοητό ότι το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ποτέ δεν ήταν γραμμικό και μονοσήμαντο. Γραμμική και μονοσήμαντη ήταν η κυρίαρχη αντίληψη στην Ελλάδα εξ ου και η αλληλουχία φρικτών λαθών.

Το εγχείρημα της ολοκλήρωσης υποκινήθηκε από συγκεκριμένους λόγους, κυρίως τον φόβο νέου πολέμου μεταξύ των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Οι καταστροφές των δύο πολέμων, η συρρίκνωση της ισχύος των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων που έφερε το τέλος της αποικιοκρατίας, η ανάδυση δύο υπερδυνάμεων με μεγάλες οικονομίες, η απειλή της ΕΣΣΔ την οποία ο Στάλιν δεν έκρυβε και τα διλήμματα ασφαλείας για την έκρηξη νέων ενδό-Ευρωπαϊκών πολέμων, καθώς και άλλα συναφή και συμπαρομαρτούντα, ήταν όλα γεγονότα και εξελίξεις που συνηγορούσαν για κάποιου είδους συνεργασία στην Δυτική Ευρώπη.

Τέσσερις ήταν οι κύριες προσεγγίσεις. Οι τρεις συγγενείς ιδεαλιστικές/θεσμικές/οικονομιστικές προσεγγίσεις, δηλαδή ο φεντεραλισμός, ο λειτουργισμός και ο νεολειτουργισμός. Η τέταρτη, απέναντί τους, η διακυβερνητική προσέγγιση την οποία ενσάρκωσε με αναλύσεις και πολιτικά εμπράγματα ο Πρόεδρος Ντε Γκολ.

Παρά την παρωχημένη προσδοκία των 3 πρώτων ότι μέσα από ελιτιστικά προσδιορισμένους θεσμούς θα κατασκευαστεί μια υπερεθνική οικονομική ανθρωπολογία ως επαρκής προϋπόθεση πολιτικής ένωσης, το 1957 άρχισε μια διαδικασία αποκλειστικά οικονομικής συνεργασίας με δημιουργία ενιαίου δασμολογίου, τελωνειακής ένωσης και κοινής αγοράς.

Σε κάθε περίπτωση, αυτή η οικονομική ολοκλήρωση όπως εξελίχθηκε δεν θα ήταν εφικτή εάν οι ΗΠΑ μετά το δόγμα Τρούμαν και την δημιουργία της Ατλαντικής Συμμαχίας δεν κάλυπτε στρατηγικά την Ευρώπη. Ακολούθησαν οι συμφωνίες του 1954-55 που κυριολεκτικά έδεσαν χειροπόδαρα το δυτικό γερμανικό κράτος της μεταπολεμικά διαιρεμένης Γερμανίας και η Διάσκεψη της Μεσσήνης και οι Συνθήκες του 1957 που δρομολόγησαν ένα αμιγώς οικονομικό εγχείρημα προικισμένο με συντονιστικούς υπερεθνικούς θεσμούς.

Το εγχείρημα μέσα στο Αμερικανικό στρατηγικό θερμοκήπιο εξελίχθηκε σε ένα μεγάλο πεδίο οικονομικής συνεργασίας και συγκρότησης ενός δικαιακού συστήματος ρύθμισής του (του «κοινοτικού κεκτημένου» ή acquis communautaire). Εκολάφθηκε και διαμορφώθηκε, επαναλαμβάνεται και υπογραμμίζεται, μέσα στο Αμερικανικό στρατηγικό θερμοκήπιο. Η αμερικανική παρουσία δεν απέτρεπε μόνο την Σοβιετική απειλή αλλά επιπλέον κατεύναζε και σταθεροποιούσε τα στρατηγικά προβλήματα της Ευρώπης, ιδιαίτερα το «Γερμανικό ζήτημα» (βλ. στο τέλος παράθεση των θεωρήσεων του Josef Joffe).

Κανείς δεν κατανοεί τι συνέβη και πόσο μεγάλο λάθος ήταν το άλμα στο κενό του 1992 με την ΟΝΕ, εάν δεν κατανοήσει ότι το 1990 ο κόσμος εισήλθε σε μια μακρά μετάβαση που οδηγούσε στο αναδυόμενο πολυπολικό διεθνές σύστημα. Αντί περισυλλογής και με την στρατηγική των ΗΠΑ σε πλήρη εξέλιξη, το εγχείρημα της ΟΝΕ αποτέλεσε ένα άλμα μέσα στο ναρκοπέδιο της υψηλής πολιτικής. Οι προϋποθέσεις για κοινωνική και πολιτική ολοκλήρωση, όμως, δεν υπήρχαν, κάτι που δύο δεκαετίες μετά είναι ορατό από όλους. Μια πολιτική ένωση απαιτεί Πολιτικό και Κοινωνικό γεγονός. Απαιτεί Ευρωπαϊκό έθνος, ευρωπαϊκό κοινωνικοπολιτικό σύστημα και ευρωπαϊκή πολιτική δικαιοσύνη. Όλα δηλαδή παντελώς ανέφικτα. Μολαταύτα, το άλμα στο κενό της ΟΝΕ έγινε.

Οι τάσεις μετά το 1990 καταμαρτυρούσαν, επίσης, ότι αργά ή γρήγορα θα είχαμε μετακίνηση του στρατηγικού κέντρου βάρους των ΗΠΑ λόγω μεγάλων και διαρκών πλανητικών ανακατανομών ισχύος.

Ο πρόεδρος Τραμπ και οι διακηρύξεις του προς την κατεύθυνση επαναπροσδιορισμού των στρατηγικών προσανατολισμών δεν είναι έκπληξη ή κεραυνός εν αιθρία. Το έβλεπαν ήδη από το 1990 όσοι δεν τυφλώθηκαν από την νηπιακών προδιαγραφών ιδεαλιστική ρητορική.

Αυτές τις ολοφάνερες τάσεις δεν τις πρόσεξαν πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες οι οποίοι εξ αντικειμένου αποτελούσαν μικρογραφία προγενέστερων ηγετικών μορφών της αμέσως μετά τον πόλεμο περιόδου. Το διεθνές σύστημα ήταν τότε, συνεχίζει να είναι άναρχο (βλ. παρεμβαλλόμενο πίνακα). Αυτή η εγγενής αναρχία με οτιδήποτε αυτό σημαίνει αφορά και την Ευρώπη (βλ. την θέση-σταθμός του Hedley Bull στο τέλος για τον χαρακτήρα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και το φαινόμενο του πολέμου ως τάση που υποβόσκει παρόμοια με κάθε άλλο διακρατικό πεδίο).

http://piotita.gr