Περί μέτρων (διαχρονικά): Από την Αθήνα ως την Μακρόνησο «μια σκέψη δρόμος»

  1. Άκουσέ με Σπυριδούλα. Έχασα ένα πενηντοδόλαρο κάπου μέσα στο σπίτι. Όταν γυρίσω το βράδυ, θέλω να το έχεις βρει. Οπωσδήποτε. Δεν θα το πω στην Αντιγόνη. Προς το παρόν. Αλλά, αν μέχρι το βράδυ δεν το έχεις βρει, θ’ αναγκαστώ να της το πω. Και τότε δεν ξέρω τι θα γίνει. Το είχα υποσχεθεί στην Αντιγόνη. Για τους φτωχούς, την ελεημοσύνη που δίνει κάθε Κυριακή στην Αγία Σοφία. Κατάλαβες;

Κατάλαβα, κύριε Γιώργο, έκανε το κορίτσι κι ένα ρίγος ανατρίχιασε το κατοχικό κορμί του.

  1. Το σίδερο μπήκε στην πρίζα. Ο άντρας σήκωσε με τα χέρια του στον αέρα το κοριτσάκι που αισθάνθηκε τον κίνδυνο και άρχισε να κλαίει. Η γυναίκα που την λέγανε Αντιγόνη άρχισε να τραβάει με βία το κιλοτάκι του κοριτσιού, ύστερα την έπιασε σφιχτά από τα πόδια κρατώντας την πάνω στην αγκαλιά της σαν να ήταν κούκλα, για να διευκολύνει τον άντρα της που τον έλεγαν Γιώργο Βεϊζαδέ να τραβήξει μανιασμένα το φουστανάκι πάνω απ’ το κεφάλι του κοριτσιού. Απίθωσαν τη Σπυριδούλα στα πλακάκια, ανάμεσα στα πόδια τους, σαν άδειο σακί. Προσπαθούσε να κρύψει τη γύμνια της ικετεύοντας να τη λυπηθούν, ουρλιάζοντας, κλαίγοντας, χτυπώντας τα ποδαράκια της πάνω κάτω, τρέμοντας, ανοίγοντας πελώρια τα μάτια της. Το σκοτεινό μάτι της Αντιγόνης γυάλιζε άγρια. Το σκοτεινό μάτι του Βεϊζαδέ γυάλιζε άγρια…
  1. Η Αντιγόνη, κανονική συνεργάτιδα των SS επί Κατοχής, ένα είδος νοσοκόμας του θανάτου, είχε εκπαιδευτεί να μην καταλαβαίνει τίποτε από το σώμα που βασανίζεται. Ο Θεός το επιτρέπει, της έλεγε ο χερ λοχαγός της, είναι θέλημα Θεού. Βάζεις λίγη μουσική, Βάγκνερ κατά προτίμηση, Βαλκυρίες, κατά προτίμηση, έτσι της έλεγε, και ύστερα ο καλός Θεός αναλαμβάνει τα υπόλοιπα. Ήξερε από αυτά. Ο Βεϊζαδές, νεαρός κιόλας, φορούσε την κουκούλα στην Κοκκινιά και έδειχνε. Αυτός, αυτός, εκείνος. Είχε παρακολουθήσει από κοντά τις τεχνικές των Γερμανών, του Μανιαδάκη, ήξερε. Πώς να διώχνει τον φόβο, σκορπώντας φόβο.
  1. Τη ρώτησαν άλλη μια φορά για το πενηντοδόλαρο. Ύστερα την τέντωσαν σαν σεντόνι πάνω στο τραπέζι και τη σιδέρωσαν. Στους γουβιασμένους γοφούς, στις καλαμένιες γάμπες, στην πλάτη που εξείχαν τα κόκαλα, στη λακούβα που είχε για κοιλιά, παντού. Επί δυο μέρες συνέχεια. Έπεφτε λιπόθυμη. Την άφηναν. Συνερχόταν, την ξανασιδέρωναν. Μια Μακρόνησος στην Καλλίπολη του Πειραιά. Της έκαναν ότι έκανε η αστυνομία και ο στρατός στους αμετανόητους κομμουνιστές.
  1. Μια ήσυχη Μακρόνησος, που τα ουρλιαχτά της δεν τα άκουσε ποτέ κανείς από τους γείτονες των Βεϊζαδέ, επειδή κι αυτοί, οι γείτονες, όλο και κάτι έκαναν. Έδερναν όλοι ανεξαιρέτως τα παιδιά τους στα χίλια εννιακόσια πενήντα τόσο, και οι γοερές φωνές τους, των παιδιών, δεν σήμαιναν τίποτε σπουδαίο.
  1. Κι όταν κάποιοι δημοσιογράφοι ζήτησαν από τους γείτονες περισσότερα στοιχεία για τους Βεϊζαδέ αυτοί μίλησαν με θαυμασμό για το ωραίο τους σπίτι, για το αμερικάνικο αυτοκίνητό τους, για τα αμερικάνικα ρούχα τους, για τις τακτικές δωρεές της κυρίας Βεϊζαδέ στην Αγία Σοφία. Κανείς δεν μίλησε για το “δουλάκι”. Ευϋπόληπτοι δηλωσίες.
  1. Οπωσδήποτε στο μακρονησιώτικο σπίτι της Καλλίπολης συνέβη κάτι περισσότερο απ’ αυτό που έκαναν όλα τα αφεντικά στα δυστυχισμένα παιδιά που τους δούλευαν για ένα κομμάτι ψωμί – τα παιδιά στα μηχανουργεία, στα χυτήρια, στις οικοδομές, στα καράβια, στις ταβέρνες, στα μπακάλικα, στα παπουτσάδικα, στα κεραμοποιεία, στα βυρσοδεψεία, στα φαναρτζίδικα, στα τυπογραφεία του χίλια εννιακόσια πενήντα τόσο. Εξευτέλιζαν, έδερναν, χαστούκιζαν, προπηλάκιζαν τα υπόδουλα, αμόρφωτα παιδιά για το παραμικρό παράπτωμα στη δουλειά. Ανυπεράσπιστα παιδιά που δούλευαν  εννιά και δέκα και δώδεκα ώρες κάθε μέρα, επειδή ο πατέρας ήταν φυλακή. Ή είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, στον Εμφύλιο. Ή δεν είχε πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων και δούλευε κι αυτός για ένα κομμάτι ψωμί. Ή είχαν μητέρα με φυματίωση. Ή είχαν πολλά αδέλφια. Ή, οτιδήποτε. Ναι, οι Βεϊζαδέ έκαναν κάτι περισσότερο από αυτό που έκαναν όλοι οι δηλωσίες νοικοκυραίοι στο Κυψέλη και στο Παγκράτι με τα “δουλικά” τους, που τα άρπαζαν από τα νησιά ή τις παιδουπόλεις της Φρίκης και τα έκλειναν χρόνια ολόκληρα στο οικογενειακό τους κάτεργο λες και ήταν πολιτικοί κρατούμενοι

7+1. Αν μιλήσουμε με καθαρά στατιστικούς όρους, για ένα δεκάχρονο κορίτσι, γεννημένο στην Κατοχή, στην επαρχία, χωρίς ρούχα, παπούτσια, φαΐ, σαπούνι, παιχνίδια, που παραδόθηκε ως “δούλα” στην Αθήνα, οι πιθανότητες να χαμογελάσει κάποτε ήταν αμελητέες. Την κακογαμημένη Ελλάδα του πενήντα, κυβερνούσε μια κοινωνία με άγρια, σκοτεινή, ακατέργαστη ψυχή. Και την Ελλάδα του εξήντα. Και του εβδομήντα. Εκείνης της άρρωστης ψυχής απομεινάρια ακόμα κυβερνάνε …

 

Ως εδώ!

ΥΓ: Με καθαρά τεχνικούς όρους μιλώντας, σήμερα στην “εποχή μας της ταχύτητας” όπου όλες οι ανθρώπινες αποστάσεις ασφαλείας (χρονικές, χιλιομετρικές, εικονικές, πραγματικές, συναισθηματικές, ψυχολογικές, πολιτικές, ιδεολογικές) μοιάζουν σα να είναι εκμηδενισμένες, η απόσταση από το κέντρο Αθήνας μέχρι την Μακρόνησο – κι αυτή μοιάζει να – είναι “μια σκέψη δρόμος”. Μεταξύ μας, πάντα έτσι ήταν, απλώς αυτό που πάντα ήταν σήμερα μοιάζει κιόλας.

*Αντιγράψαμε για εσάς κάποια αποσπάσματα από το εξαιρετικό Χαστουκόδεντρο του Άρη Μαραγκόπουλου (εκδόσεις ΤΟΠΟΣ, 2012), βιβλίο-μέτρο για όσους και όσες (μόνο) επιμένουν αποφασιστικά να αναζητούν εντός τους αληθείς προσαρμογές για την μέτρηση των ανθρωπίνων αποστάσεων.

Δημοσιεύτηκε 2 days ago από τον χρήστη egomiocyprus